Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2016

ΕΙΣ ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΥΣ

Ψάλε μου, Μούσα καλλίφωνη, Κάστορα και Πολυδεύκη,τους Τυνδαρίδες, που προήλθαν απο τον Ολύμπιο Ζεύς.

Αυτούς τους γέννησε κάτω από του Ταύγετου η πότνια Λήδα σμίγοντας κρυφά με τον μελανοσύννεφο Κρονίδη.

Έχετε γεια, Τυνδαρίδες, αναβάτες, γρήγορων ίππων.


ΕΙΣ ΑΣΚΛΗΠΙΟΝ

Αρχίζω να ψάλλω τον Ασκληπιό που θεραπεύει αρρώστιες,

το γιό του Απόλλωνα, που γέννησε η έξοχη Κορωνίδα, η κόρη του βασιλιά Φλεγύα, την πεδιάδα του Δωτίου,

για να είναι χαρά για τους θνητούς, λυτρωτής απο οδύνες.

Έτσι να έχεις γεια, άναξ. Σε παρακαλώ ψάλλοντας.

ΕΙΣ ΗΡΑΚΛΕΑ ΛΕΟΝΤΟΘΥΜΟ

Τον Ηρακλή τον γιο του Δία θα υμνήσω, τον πιο ισχυρόΨαπ΄ τους θνητούς στη Θήβα την απλόχωρη που γέννησε
η Αλκμήνη με τον μαυροσύννεφο σαν έσμιξε Κρονίωνα,
αυτός που κάποτε στην αχανή τη θάλασσα και τη στεριάΨαφού περιπλανήθηκε με προσταγή του βασιλιά ΕυρυσθέαΨανδραγαθίες πολλές κατόρθωσε και υπέφερε πολλά,Ψτώρα όμως πια σε καλό τόπο του χιονοσκέπαστου Όλυμπου διαμένει απολαμβάνοντας, και την καλλίσφρη την Ήβη έχει Χαίρε του Δία γιε ω βασιλιά και χάριζε ευτυχία κι αρετή.

ΕΙΣ ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΩΝ

Εξύμνησε μου την μητέρα των θεών και των ανθρώπων όλων ω Μούσα λυγερόκορμη του Δία του μεγάλου θυγατέρα, που των κροτάλων και τυμπάνων η ιαχή κι ο ήχος των αυλών την τέρπει, και το ούρλιασμα των λύκων και των αγριόφθαλμων λεόντων,
και τα όρη τα ηχερά και τα κατάφυτα φαράγγια.


Έτσι και συ να χαίρεσαι κι όλες μαζί οι θεές με το άσμα μου.

ΕΙΣ ΗΡΑΝ

Υμνώ την Ήρα τη χρυσόθρονη που η Ρέα τεκνοποίησε, με την υπέροχη όψη την αθάνατη βασίλισσα του Δία του βροντερού την αδερφή και σύζυγο την ένδοξη, που οι μακάριοι όλοι στον ψηλό τον Όλυμπο σεβόμενοι τιμούν, όμοια με τον κεραυνοβόλο Δία.

ΕΙΣ ΑΘΗΝΑΝ

Την πολιούχο Αθηνά Παλλάδα αρχίζω να εξυμνώ την τρομερή, που με τον Άρη έργα πολεμικά σχεδιάζει
και λεηλασίες πόλεων, πολέμους κι αλαλάγματα,
και προστατεύει το στρατό κι όταν υποχωρεί κι όταν ορμάει.


ΕΙΣ ΑΡΤΕΜΙΝ

Την Άρτεμη την αδερφή του Εκάτου ύμνησε Μούσα την τοξότρια παρθένα, ομογάλακτη του Απόλλωνα, αυτή που τ’ άλογα του βουρλοσκεπασμένου Μέλητος ποτίζει και γρήγορα το άρμα τ’ ολόχρυσο απ’ τη Σμύρνη το πηγαίνει
στην αμπελόφυτη την Κλάρο, εκεί που ο αργυρότοξος Απόλλων κάθεται την τηλεύστοχη τοξότρια περιμένοντας.


Έτσι κι εσύ κι όλες οι θεές μαζί σου ας χαίρεσαι με το άσμα μου, όμως εγώ εσένα πρώτα κι από σένα αρχίζω να υμνώ, κι αφού από σένα αρχίσω θα περάσω σ’ άλλον ύμνο.